Εμμηνόπαυση: Η ορμονική θεραπεία αντικατάστασης και οι επιδράσεις της

222
εμμηνόπαυση

Εμμηνόπαυση – Αποτελεί κοινό δόγμα ότι οι ορμόνες πρέπει να αντικαθίστανται εφόσον τεκμηριώνεται μια σημαντική βιολογική ανεπάρκεια ορμονών. Ακολουθώντας αυτήν την αρχή, αλλά και σύμφωνα με τα αποτελέσματα από διάφορες μελέτες παρατήρησης, αποτελούσε κοινή πρακτική, μέχρι και τις αρχές του 2000, οι γυναίκες που εισέρχονταν στην εμμηνόπαυση να λαμβάνουν ορμονική θεραπεία.

Το 2002, ωστόσο, δημοσιεύτηκε μια μεγάλη τυχαιοποιημένη μελέτη στην Αμερική, η WHI, η οποία προκάλεσε ανησυχία τόσο ανάμεσα στις γυναίκες όσο και στους ίδιους τους ιατρούς και είχε σαν αποτέλεσμα την ελάττωση της χρήσης ορμονών στις μεταεμμηνοπαυσιακές γυναίκες κατά 80%.

Το πρώτο σκέλος αυτής της μελέτης έδειξε ότι η μακροχρόνια χρήση ορμονικής θεραπείας οιστρογόνων με προγεστερόνη μπορεί να αυξήσει λίγο τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού. Επίσης, στην ιδία ηλικιακή ομάδα των γυναικών (μέσος όρος 63 ετών), η συνχορήγηση οιστρογόνων και προγεστερόνης βρέθηκε επίσης να αυξάνει τον κίνδυνο καρδιαγγειακών επεισοδίων και από την άλλη να ελαττώνει τον κίνδυνο καταγμάτων και καρκίνου του παχέως εντέρου.

Το δεύτερο σκέλος αυτής της μελέτης σε γυναίκες που ήδη είχαν κάνει υστερεκτομή, έδειξε ότι η μακροχρόνια χορήγηση οιστρογόνων μόνο, χωρίς προγεστερόνη, δεν αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού. Σημειωτέον, οι γυναίκες που έχουν υποστεί υστερεκτομή δεν χρειάζεται να λαμβάνουν προγεστερόνη.

Ο μέσος όρος ηλικίας των γυναικών που συμμετείχαν σε αυτή τη μελέτη ήταν 63 χρόνων και μόνο το 3,5% ήταν σε ηλικία μεταξύ 50 και 54 ετών, ηλικία κατά την οποία θεωρητικά πρέπει να παρθεί η απόφαση για την χορήγηση η όχι ορμονικής θεραπείας. Λαμβάνοντας υπόψη αυτό, ξέσπασε μια μεγάλη διχογνωμία αν και κατά πόσο τα αποτελέσματα αυτής της μελέτης μπορεί να αποτελούν οδηγό για τη χρήση ορμονικής θεραπείας σε γυναίκες νέες που μόλις εισέρχονται στην εμμηνόπαυση.

Πράγματι, τα δεδομένα από τις νεότερες μελέτες που επικεντρώνονται σε αυτήν την κατηγορία γυναικών που μόλις εισέρχονται στην εμμηνόπαυση είναι ενθαρρυντικά όσον αφορά τα οφέλη, αλλά και καθησυχαστικά όσον αφορά τους κινδύνους της ορμονικής θεραπείας.

Νεότερα δεδομένα – Τι μας λένε οι τελευταίες μελέτες

Επί του παρόντος, η πλειονότητα των γυναικών που αρχίζει ορμονική θεραπεία το κάνει σε λιγότερο από 10 χρόνια από τη στιγμή της εμμηνόπαυσης. Οι νεώτερες μελέτες επικεντρώνονται σε αυτήν την κατηγορία γυναικών.

Τα οφέλη

Πρόσφατη ανάλυση των δεδομένων από τις υποομάδες των γυναικών ηλικίας 50 μέχρι και 59 ετών της μελέτης WHI δείχνει ότι η χορήγηση μόνο οιστρογόνων, όχι μόνο δεν αυξάνει τον κίνδυνο καρδιακών παθήσεων, αλλά αντίθετα τον ελαττώνει. Παρομοίως, η συνχορήγηση οιστρογόνων και προγεστερόνης στην παραπάνω κατηγορία γυναικών δεν αυξάνει τον κίνδυνο καρδιαγγειακών επεισοδίων.

Η συνχορήγηση οιστρογόνων και προγεστερόνης μπορεί να ελαττώνει τον κίνδυνο εμφάνισης σακχαρώδους διαβήτη, ενώ συνοδεύεται από μικρότερη εναπόθεση λίπους, κυρίως στην κοιλιακή περιοχή, κάτι το οποίο συνήθως συμβαίνει στην εμμηνόπαυση.

Επίσης, πλήθος μελετών καταδεικνύουν ότι η ορμονική θεραπεία στις πρόσφατα μεταεμμηνοπαυσιακές γυναίκες αυξάνει την οστική πυκνότητα, ενώ ελαττώνει τον κίνδυνο καταγμάτων.

Τέλος, για τα συμπτώματα της εμμηνόπαυσης τα οποία επηρεάζουν όλες τις γυναίκες λιγότερο ή περισσότερο, όπως εξάψεις, νυχτερινή εφίδρωση, ξηρότητα του κόλπου, επώδυνη σεξουαλική επαφή και μεταπτώσεις στη διάθεση, τίποτε δεν είναι πιο αποτελεσματικό από τη χορήγηση ορμονών.

Οι κίνδυνοι

Από την επιμέρους ανάλυση των στοιχειών της WHI μελέτης για την παραπάνω κατηγορία γυναικών, προκύπτει ότι η χορήγηση μόνο οιστρογόνων (στις γυναίκες με υστερεκτομή) και για λιγότερο από 5 χρόνια δεν αυξάνει τον κίνδυνο καρκίνου του μαστού. Αξιο προσοχής είναι το γεγονός ότι πρόσφατες τυχαιοποιημένες μελέτες έδειξαν ακόμη και μικρή ελάττωση του κινδύνου καρκίνου του μαστού μετά από χορήγηση οιστρογόνων και για χρονικό διάστημα μέχρι 5 χρόνια.

Επίσης, πρόσφατες τυχαιοποιημένες μελέτες δείχνουν ότι η συνχορήγηση οιστρογόνων και προγεστερόνης μέχρι 5 χρόνια σε νέες μεταεμμηνοπαυσιακές γυναίκες δεν αυξάνουν τον κίνδυνο καρκίνου του μαστού, αν και τα στοιχεία από την ανάλυση των υποομάδων της μελέτης WHI έδειξαν μια μικρή αύξηση.

Τα συμπτώματα της εμμηνόπαυσης μπορεί να αντιμετωπιστούν σε δύο φάσεις

Κατά την πρώτη περίοδο (μέχρι και 5 χρόνια), η πρόληψη της απώλειας οστικής μάζας (οστεοπόρωση), μαζί με τα ειδικά συμπτώματα της εμμηνόπαυσης, όπως εξάψεις και ξηρότητα του κόλπου, μπορεί να αντιμετωπιστούν με τη χορήγηση οιστρογόνων. Ο Αμερικανικός οργανισμός τροφίμων και φαρμάκων συστήνει τη χορήγηση οιστρογόνων στη μικρότερη δυνατή αποτελεσματική δόση και για χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο των 5 χρόνων. Μετά την πρώτη βραχεία φάση της εμμηνόπαυσης, οι γυναίκες θα πρέπει να συζητήσουν με το γιατρό τους τα δυνητικά οφέλη και τους κινδύνους από τη συνέχιση της ορμονικής θεραπείας.

Πρέπει να θυμάστε ότι οι στόχοι της βραχυχρόνιας θεραπείας μετά την εμμηνόπαυση είναι διαφορετικοί από τους μακροχρόνιους στόχους. Βραχυπρόθεσμα, ο στόχος είναι η ανακούφιση των συμπτωμάτων της εμμηνόπαυσης, ενώ, μακροχρόνια, η πρόληψη της οστεοπόρωσης και των καταγμάτων.

Αν παίρνετε ορμονική θεραπεία για τρία μέχρι πέντε χρόνια, οι κίνδυνοι είναι σχετικά μικροί. Αν ανησυχείτε για την ανάπτυξη οστεοπόρωσης και σκέπτεστε να συνεχίσετε την ορμονική θεραπεία για περισσότερο από 5 χρόνια, συμβουλευτείτε το γιατρό σας, ο οποίος θα σας υποδείξει αν η ορμονική θεραπεία ή κάποια άλλη θεραπεία είναι καλύτερη για σας.